Οι έρημες πόλεις, τα φώτα που σβήνουν
σαν γέροι που κλείσαν τα μάτια και πίνουν
και συ να γερνάς μεσ' στης λήθης το ψέμα
κουφάρι απόγνωσης στου ήλιου το γέρμα.

Κλόουν την Τετάρτη, την Κυριακή νεκρός.

Τα μάτια της λάμπουν σαν έναστρη νύχτα 
τα χέρια της σκάβουν τον τύμβο της ήττας
κι εσύ να ζητάς, να βρεις ένα τέρμα
σαν χάδι χαμένο, στης θλίψης το δέρμα.

Κλόουν την Τετάρτη, την Κυριακή νεκρός
στης λύπης το κατάρτι, σε σταύρωσε ο θεός 
δίχως νερό κι αγάπη σ 'άφησε εδώ
σαν νόθο γιο της λάσπης που κοιτάει τον ουρανό.